αγκαλιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκαλιάζω < αγκαλιά

Ρήμα[επεξεργασία]

αγκαλιάζω

  • βάζω τα χέρια μου γύρω από κάποιον/κάτι
  • (μεταφορικά) καλύπτω κάτι/κάποιον εντελώς
η νύχτα αγκάλιασε την πόλη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]