Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγκαλιάζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀγκαλιάζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγκαλιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλιάζω < ἀγκάλη + -ιάζω[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋ.ɡaˈʎa.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγκαλιάζω

αγκαλιάζω, πρτ.: π-αορ-αγκαλιάστηκα, αόρ.: αγκάλιασα, παθ.φωνή: αγκαλιάζομαι, μτχ.π.π.: αγκαλιασμένος

  1. βάζω τα χέρια μου γύρω από κάποιον/κάτι
  2. (μεταφορικά) περιβάλλω
      Αυτός ... κοιτάει τα ασπρόμαυρα γυναικεία παπούτσια με το λουράκι που αγκαλιάζει τη φτέρνα και πιάνει στην αγκράφα πάνω από τον αστράγαλο (Θωμάς Σκάσσης, Ελληνικό Σταυρόλεξο, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 553)
  3. (μεταφορικά) καλύπτω κάτι/κάποιον εντελώς
    παράδειγμα  η νύχτα αγκάλιασε την πόλη
  4.  δείτε και το αλληλοπαθητικό  αγκαλιάζομαι
  5. (μεταφορικά) περιβάλλω με στοργή
    παράδειγμα  Όλο το χωριό αγκάλιασε τους πρόσφυγες.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη αγκάλη

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγκαλιάζω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)