embrace

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
embrace embraces

embrace (en)

  1. το αγκάλιασμα, η αγκαλιά, ο εναγκαλισμός
  • a strong embrace - δυνατό αγκάλιασμα
  1.  συνώνυμα: hug

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας embrace
γ΄ ενικό ενεστώτα embraces
αόριστος embraced
παθητική μετοχή embraced
ενεργητική μετοχή embracing

embrace (en)

  1. (μεταβατικό) αγκαλιάζομαι
    the two friends embraced each other - οι δυο φίλοι αγκαλιάστηκαν
    he embraced her tightly - την αγκάλιασε σφιχτά
     συνώνυμα: hug
  2. (μεταβατικό, μεταφορικά) αγκαλιάζω, ασπάζομαι, ενστερνίζομαι (πχ ιδέες)
    he embraced the principles - αγκάλιασε τις αρχές