αγκαλιάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκαλιάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος αγκαλιάζω

Ρήμα[επεξεργασία]

αγκαλιάζομαι

  1. (αλληλοπαθητικό) αγκαλιάζω κάποιον που με αγκαλιάζει κι αυτός
    τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν μετά από τόσα χρόνια
  2. (μεταφορικά) με αγκαλιάζουν, με υποστηρίζουν

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]