δράττομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δράττομαι < αρχαία ελληνική δράττομαι < πρωτοελληνική *dr̥kʰ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δράττομαι , στ.μέλλ.: θα δραχθώ, αόρ.: δράχθηκα

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας δράττομαι
Παρατατικός ἐδραττόμην
Μέλλοντας δράξομαι
Αόριστος ἐδραξάμην
Παρακείμενος δέδραγμαι
Υπερσυντέλικος έδεδράγμην
Συντελ.Μέλλ.


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δράττομαι < πρωτοελληνική *dr̥kʰ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δράττομαι

  1. αδράχνω, πιάνω με το χέρι
  2. (μεταφορικά) αρπάζω, εκμεταλλεύομαι
    δρράττομαι καιρού
  3. (μεταφορικά) αποκτώ συγγένεια
    δράττομαι μείζονος οἴκου (με γάμο)
  4. πιάνω (κάποιον που εκανε κάτι κακό)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]