Μετάβαση στο περιεχόμενο

embracing

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
embracing embracings

Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

embracing (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

embracing (en)