αγκάλιασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγκάλιασμα αγκαλιάσματα
γενική αγκαλιάσματος αγκαλιασμάτων
αιτιατική αγκάλιασμα αγκαλιάσματα
κλητική αγκάλιασμα αγκαλιάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγκάλιασμα < αγκαλιάζω < αγκαλιά < αρχαία ελληνική ἀγκάλη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ˈga.ʎa.zma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγκάλιασμα

  1. η κίνηση που κάνει κάποιος όταν αγκαλιάζει κάποιον άλλον· το να σφίγγεις κάποιον στην αγκαλιά σου

32πχ Μεταφράσεις[]