Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγκάλιασμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀγκάλιασμα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγκάλιασμα τα αγκαλιάσματα
      γενική του αγκαλιάσματος των αγκαλιασμάτων
    αιτιατική το αγκάλιασμα τα αγκαλιάσματα
     κλητική αγκάλιασμα αγκαλιάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγκάλιασμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγκάλιασμα. Μορφολογικά αναλύεται σε (αγκαλιάζω) αγκαλιασ- + -μα < αγκαλιά < αρχαία ελληνική ἀγκάλη. Δείτε και ἀγκάλισμα.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aŋˈɡa.ʎa.zma/ και σε γρήγορο λόγο /aˈga.ʎa.zma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγκάλιασμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγκάλιασμα ουδέτερο

  1. η κίνηση που κάνει κάποιος όταν αγκαλιάζει κάποιον άλλον· το να σφίγγεις κάποιον στην αγκαλιά σου
  2. (μεταφορικά) η εξ ολοκλήρου αποδοχή
      Ο δεύτερος διαγωνισμός στοχεύει στο αγκάλιασμα περισσότερων ειδών, σε μεγαλύτερη εξωστρέφεια στα είδη μουσικής και στην έλλειψη των περιορισμών στις πρεμιέρες των ταινιών που θα υποβληθούν.
    Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών: Χειροποίητο σινεμά με μουσική έμπνευση, Το Βήμα, 28 Ιουλίου 2014
  3. (μεταφορικά, λογοτεχνικό) το αποτέλεσμα του περιβάλλω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη αγκάλη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγκάλιασμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)