υιοθετώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]υιοθετώ (παθητική φωνή: υιοθετούμαι)
- (κυριολεκτικά) αναγνωρίζω ένα παιδί ως δικό μου με υιοθεσία
- αφού δεν μπόρεσαν να κάνουν παιδιά, υιοθέτησαν
- ≈ συνώνυμα: αναλαμβάνω
- (μεταφορικά) εγκρίνω κι ενστερνίζομαι κάτι ως δικό μου
- ※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)
έχει υιοθετήσει ακόμη και τον τρόπο ομιλίας του αγαπημένου της!
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υιοθετώ | υιοθετούσα | θα υιοθετώ | να υιοθετώ | υιοθετώντας | |
| β' ενικ. | υιοθετείς | υιοθετούσες | θα υιοθετείς | να υιοθετείς | (υιοθέτει) | |
| γ' ενικ. | υιοθετεί | υιοθετούσε | θα υιοθετεί | να υιοθετεί | ||
| α' πληθ. | υιοθετούμε | υιοθετούσαμε | θα υιοθετούμε | να υιοθετούμε | ||
| β' πληθ. | υιοθετείτε | υιοθετούσατε | θα υιοθετείτε | να υιοθετείτε | υιοθετείτε | |
| γ' πληθ. | υιοθετούν(ε) | υιοθετούσαν(ε) | θα υιοθετούν(ε) | να υιοθετούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υιοθέτησα | θα υιοθετήσω | να υιοθετήσω | υιοθετήσει | ||
| β' ενικ. | υιοθέτησες | θα υιοθετήσεις | να υιοθετήσεις | υιοθέτησε | ||
| γ' ενικ. | υιοθέτησε | θα υιοθετήσει | να υιοθετήσει | |||
| α' πληθ. | υιοθετήσαμε | θα υιοθετήσουμε | να υιοθετήσουμε | |||
| β' πληθ. | υιοθετήσατε | θα υιοθετήσετε | να υιοθετήσετε | υιοθετήστε | ||
| γ' πληθ. | υιοθέτησαν υιοθετήσαν(ε) |
θα υιοθετήσουν(ε) | να υιοθετήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω υιοθετήσει | είχα υιοθετήσει | θα έχω υιοθετήσει | να έχω υιοθετήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις υιοθετήσει | είχες υιοθετήσει | θα έχεις υιοθετήσει | να έχεις υιοθετήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει υιοθετήσει | είχε υιοθετήσει | θα έχει υιοθετήσει | να έχει υιοθετήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε υιοθετήσει | είχαμε υιοθετήσει | θα έχουμε υιοθετήσει | να έχουμε υιοθετήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε υιοθετήσει | είχατε υιοθετήσει | θα έχετε υιοθετήσει | να έχετε υιοθετήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν υιοθετήσει | είχαν υιοθετήσει | θα έχουν υιοθετήσει | να έχουν υιοθετήσει |
| |