υιοθετώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υιοθετώ < υἱοθεσία < υἱόν θέσθαι (< τίθεμαι)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υιοθετώ (παθητική φωνή: υιοθετούμαι)

  1. (κυριολεκτικά) αναγνωρίζω ένα παιδί ως δικό μου με υιοθεσία
    αφού δεν μπόρεσαν να κάνουν παιδιά, υιοθέτησαν
  2. (μεταφορικά) εγκρίνω κι ενστερνίζομαι κάτι ως δικό μου
    έχει υιοθετήσει ακόμη και τον τρόπο ομιλίας του αγαπημένου της!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]