wound

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

audio 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wound (en)

  • τραύμα, πληγή (κυρίως εξωτερική, που επιφέρει λύση της συνέχειας του δέρματος)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

wound (en)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

audio 

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

wound (en)

  1. αόριστος του ρήματος wind