ἀγερμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αγερμός

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγερμός ἀγερμώ ἀγερμοί
Γενική ἀγερμοῦ ἀγερμοῖν ἀγερμῶν
Δοτική ἀγερμ ἀγερμοῖν ἀγερμοῖς
Αιτιατική ἀγερμόν ἀγερμώ ἀγερμούς
Κλητική ἀγερμέ ἀγερμώ ἀγερμοί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγερμός < ἀγείρω, θέμα ἀ-γερ- + -μός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγερμός αρσενικό

  1. συγκέντρωση χρημάτων με έρανο για τη λατρεία τών θεών
  2. συνώνυμο του ἄγερσις, συνάθροιση στρατού με σκοπό πολέμου
    ※  Ὀδύσσειαν γὰρ ποιῶν οὐκ ἐποίησεν ἅπαντα ὅσα αὐτῷ συνέβη, οἷον πληγῆναι μὲν ἐν τῷ Παρνασσῷ, μανῆναι δὲ προσποιήσασθαι ἐν τῷ ἀγερμῷ
    Συνθέτοντας την Οδύσσεια [ο Όμηρος] δεν συμπεριέλαβε στο ποίημά του όλα όσα συνέβησαν στον Οδυσσέα, ότι πληγώθηκε π.χ. στον Παρνασσό ή ότι κατά τη συγκέντρωση του στρατού προσποιήθηκε τον τρελό
    Αριστοτέλης, Ποιητική (1451a.20) Μετάφραση: Δημήτριος Λυπουρλής @greek-language.gr
  3. συγκέντρωση, θησαυρισμός σοφίας και εμπειρίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]