πανήγυρις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανήγυρις < αρχαία ελληνική πανήγυρις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πανήγυρις θηλυκό

  • (καθαρεύουσα) πανήγυρη
    Τὴν ἑσπέραν τῆς Παρασκευῆς, 25 Σεπτεμβρίου, ὡδεύομεν ὁμοῦ ἀνὰ τὴν ἀμπελόφυτον πεδιάδα, ἀπερχόμενοι εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, μετόχιον τοῦ ἱεροῦ Κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐτελεῖτο ἐκεῖ μικρὰ πανήγυρις. Ἔμελλε νὰ γίνῃ παννυχίς ἀπὸ τῆς ἐνάτης ὥρας μέχρι τῆς τρίτης τοῦ ὄρθρου, εἶτα δέ, μετὰ δίωρον διάλειμμα, θὰ ἐτελεῖτο λειτουργία. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αμαρτίας φάντασμα)

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πανήγυρις πανηγύρει πανηγύρεις
Γενική πανηγύρεως πανηγυρέοιν πανηγύρεων
Δοτική πανηγύρει πανηγυρέοιν πανηγύρεσι(ν)
Αιτιατική πανήγυριν πανηγύρει πανηγύρεις
Κλητική πανήγυρι πανηγύρει πανηγύρεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανήγυρις < πᾶς + ἄγυρις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πανήγυρις θηλυκό (πᾰνήγῠρις) (& δωρικός τύποςπανάγυρις)