Μετάβαση στο περιεχόμενο

παν-

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: Ας προστεθούν παραδείγματα από όλες τις μορφές.


Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παν- < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πᾶν (ουδέτερο του πᾶς)

Πρόθημα

[επεξεργασία]

παν-

  1. πρώτο συνθετικό για να δηλωθεί ότι η παραγόμενη λέξη περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός συνόλου
    πανελλήνιος
  2. πρώτο συνθετικό για να δηλωθεί μεγάλη ένταση ή μεγάλος βαθμός μιας ιδιότητας· τα επίθετα από παν- ισοδυναμούν με τον υπερθετικό βαθμό του απλού επιθέτου
    πανάρχαιος (αρχαιότατος)
    πανωλεθρία (ολοκληρωτική καταστροφή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]




Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παν- < πᾶν, ουδέτερο του πᾶς

ζητούμενο λήμμα


Άλλες μορφές

[επεξεργασία]