δωροδοκώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δωροδοκώ < ελληνιστική κοινή δωροδοκέω, δωροδοκῶ "δέχομαι δώρα"

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɔ.ɾɔ.ðɔˈkɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δωροδοκώ (μέσο: δωροδοκούμαι)

  1. εξαγοράζω κάποιον με χρήματα, χάρες ή του παρέχω ένα όφελος για να εκμαιεύσω από εκείνον κάτι παράτυπο, παράνομο (είτε να το πράξει είτε να αμελήσει να πράξει εκείνο που όφειλε)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]