πίστωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πίστωση οι πιστώσεις
      γενική της πίστωσης
& πιστώσεως
των πιστώσεων
    αιτιατική την πίστωση τις πιστώσεις
     κλητική πίστωση πιστώσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίστωση < αρχαία ελληνική πίστωσις < πιστόω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίστωση θηλυκό

  1. παροχή χρημάτων με τη μορφή δανείου
  2. παροχή εμπορευμάτων με μελλοντική πληρωμή (επί πιστώσει)
  3. εγγραφή σε λογιστικό βιβλίο ποσού σε χρέωση κάποιου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]