credit
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| credit | credits |
credit (en)
- (οικονομία, μη μετρήσιμο) η πίστωση, πιστωτικός, η παροχή αγαθών ή υπηρεσιών σε κάποιον χωρίς άμεση πληρωμή
We bought the dishwasher on credit.
- Αγοράσαμε το πλυντήριο πιάτων με πίστωση.
credit card - η πιστωτική κάρτα
Your credit limit is now €2,000.
- Το πιστωτικό σου όριο είναι πλέον 2.000 ευρώ.
The credit crisis is far from over.
- Η πιστωτική κρίση απέχει πολύ από το να έχει τελειώσει.
He’s a bad credit risk (=risky borrower).
- Θεωρείται κακός πιστωτικός κίνδυνος (=επισφαλής δανειολήπτης).
Someone with a bad credit history is less likely to be lent money.
- Κάποιος με κακό πιστωτικό ιστορικό έχει λιγότερες πιθανότητες να του δανείσουν χρήματα.
They offer interest-free credit on new car loans.
- Προσφέρουν αγορά με άτοκες δόσεις για καινούρια αυτοκίνητα.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η πίστωση, το χρηματικό ποσό που πρέπει να πληρωθεί· το δάνειο
The bank refused further credit to the company.
- Η τράπεζα αρνήθηκε να χορηγήσει περαιτέρω πίστωση στην εταιρεία.
Local lenders are more likely to extend credit to smaller, more marginal borrowers.
- Οι τοπικοί δανειστές είναι πιο πιθανό να χορηγήσουν πίστωση σε μικρότερους, πιο οριακούς δανειολήπτες.
- (μη μετρήσιμο) το πιστωτικό υπόλοιπο, το διαθέσιμο θετικό υπόλοιπο ενός λογαριασμού
- (χωρίς πληθυντικό, ΗΠΑ) η πιστοληπτική ικανότητα
- (νομικός όρος) (χωρίς πληθυντικό) πίστη, πχ τραπεζική πίστη
- επιστροφή φόρου
- (χωρίς πληθυντικό) αναγνώριση και σεβασμός
- ένα πολύτιμο μέλος μιας ομάδας
- πόντος, συμβολική μονάδα αξίας
- η πιστωτική μονάδα
If I spend a semester in Madrid, will my credits transfer?
- Αν περάσω ένα εξάμηνο στη Μαδρίτη, θα μεταφερθούν οι πιστωτικές μου μονάδες;
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | credit |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | credits |
| αόριστος | credited |
| παθητική μετοχή | credited |
| ενεργητική μετοχή | crediting |
credit (en) (μεταβατικό)