Μετάβαση στο περιεχόμενο

credit

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: crédit

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
credit < λατινική creditum < credere (πιστεύω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɹɛdɪt/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
credit credits

credit (en)

  1. (οικονομία, μη μετρήσιμο) η πίστωση, πιστωτικός, η παροχή αγαθών ή υπηρεσιών σε κάποιον χωρίς άμεση πληρωμή
    παράδειγμα  We bought the dishwasher on credit.
    Αγοράσαμε το πλυντήριο πιάτων με πίστωση.
    παράδειγμα  credit card - η πιστωτική κάρτα
    παράδειγμα  Your credit limit is now €2,000.
    Το πιστωτικό σου όριο είναι πλέον 2.000 ευρώ.
    παράδειγμα  The credit crisis is far from over.
    Η πιστωτική κρίση απέχει πολύ από το να έχει τελειώσει.
    παράδειγμα  He’s a bad credit risk (=risky borrower).
    Θεωρείται κακός πιστωτικός κίνδυνος (=επισφαλής δανειολήπτης).
    παράδειγμα  Someone with a bad credit history is less likely to be lent money.
    Κάποιος με κακό πιστωτικό ιστορικό έχει λιγότερες πιθανότητες να του δανείσουν χρήματα.
    παράδειγμα  They offer interest-free credit on new car loans.
    Προσφέρουν αγορά με άτοκες δόσεις για καινούρια αυτοκίνητα.
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η πίστωση, το χρηματικό ποσό που πρέπει να πληρωθεί· το δάνειο
    παράδειγμα  The bank refused further credit to the company.
    Η τράπεζα αρνήθηκε να χορηγήσει περαιτέρω πίστωση στην εταιρεία.
    παράδειγμα  Local lenders are more likely to extend credit to smaller, more marginal borrowers.
    Οι τοπικοί δανειστές είναι πιο πιθανό να χορηγήσουν πίστωση σε μικρότερους, πιο οριακούς δανειολήπτες.
  3. (μη μετρήσιμο) το πιστωτικό υπόλοιπο, το διαθέσιμο θετικό υπόλοιπο ενός λογαριασμού
    παράδειγμα  You have a credit balance of 250 euros.
    Έχετε πιστωτικό υπόλοιπο 250 ευρώ.
     αντώνυμα: debit
  4. (χωρίς πληθυντικό, ΗΠΑ) η πιστοληπτική ικανότητα
  5. (νομικός όρος) (χωρίς πληθυντικό) πίστη, πχ τραπεζική πίστη
  6. επιστροφή φόρου
  7. (χωρίς πληθυντικό) αναγνώριση και σεβασμός
  8. ένα πολύτιμο μέλος μιας ομάδας
  9. πόντος, συμβολική μονάδα αξίας
  10. η πιστωτική μονάδα
    παράδειγμα  If I spend a semester in Madrid, will my credits transfer?
    Αν περάσω ένα εξάμηνο στη Μαδρίτη, θα μεταφερθούν οι πιστωτικές μου μονάδες;

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
ενεστώτας credit
γ΄ ενικό ενεστώτα credits
αόριστος credited
παθητική μετοχή credited
ενεργητική μετοχή crediting

credit (en) (μεταβατικό)

  1. πιστεύω
  2. πιστώνω, αναγνωρίζω μια συνεισφορά

Αντώνυμα

[επεξεργασία]