credere

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

credere < λατινική credo

Ρήμα[επεξεργασία]

credere (it)

  1. έχω πίστη σε κάτι, κάποιον, πιστεύω
  2. νομίζω ότι μπορώ να το κάνω, θεωρώ

Αντώνυμα[επεξεργασία]


Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

credere (la)