kopen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

kopen 

Ρήμα[επεξεργασία]

kopen (nl) (αόρ. : kocht, παθ. μτχ. : gekocht)