διαπερνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαπερνώ < αρχαία ελληνική διαπεράω / διαπερῶ < διά + περάω / περῶ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (περνώ, διασχίζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.a.pεɾ.ˈnɔ/ και /ðʝa.pεɾ.ˈnɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαπερνώ (παθητική φωνή: διαπερνιέμαι)

  1. περνώ από μια πλευρά στην άλλη μέσα από κάποιο πράγμα
  2. τρυπώ, διατρυπώ
  3. εισχωρώ, μπαίνω, διεισδύω
  4. διαπεραιώνω
  5. μουσκεύω, διαποτίζω
  6. (μεταφορικά) επηρεάζω εξ ολοκλήρου, επιδρώ

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]