φοροτεχνικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φοροτεχνικός φοροτεχνικοί
γενική φοροτεχνικού φοροτεχνικών
αιτιατική φοροτεχνικό φοροτεχνικούς
κλητική φοροτεχνικέ φοροτεχνικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φοροτεχνικός < φόρος + τέχνη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φοροτεχνικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με φορολογικές υποθέσεις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φοροτεχνικός αρσενικό

  1. ο ειδικευμένος σε φορολογικές υποθέσεις
  2. (συνήθως) ο λογιστής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]