ειδικεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ειδικεύομαι: παθητική φωνή του ρήματος ειδικεύω < ειδικός < αρχαία ελληνική εἰδικός < εἶδος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *weyd- (βλέπω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ði.ˈkε.vɔ.mε/

Ρήμα[επεξεργασία]

ειδικεύομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]