φοβισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φοβισμένος φοβισμένη φοβισμένο
γενική φοβισμένου φοβισμένης φοβισμένου
αιτιατική φοβισμένο φοβισμένη φοβισμένο
κλητική φοβισμένε φοβισμένη φοβισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φοβισμένοι φοβισμένες φοβισμένα
γενική φοβισμένων φοβισμένων φοβισμένων
αιτιατική φοβισμένους φοβισμένες φοβισμένα
κλητική φοβισμένοι φοβισμένες φοβισμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φοβισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φοβάμαι και φοβίζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fo.viˈzmɛ.nɔs/

Μετοχή[επεξεργασία]

φοβισμένος -η -ο

  1. που έχει φοβηθεί
    ※  Ο Κωνσταντής πήγε πίσω του φοβισμένος, χωρίς να καταλαβαίνει τι σημαίνουν αυτά. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)
     συνώνυμα: έντρομος, τρομαγμένος, τρομοκρατημένος
  2. που διακατέχεται από φόβους, άτολμος
    μην περιμένεις απ'αυτόν να αντιδράσει· ένας φοβισμένος άνθρωπος είναι
     συνώνυμα: δειλός, περίφοβος, φοβιτσιάρης
     αντώνυμα: απτόητος, ατρόμητος, θαρραλέος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]