Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


afraid (en)

  1. που φοβάται κάτι
    he's afraid of sleeping in the dark so he has a night light
    Who's afraid of the big bad wolf?
  2. που φοβάται να κάνει κάτι
    the deer froze at the sound of our footsteps, afraid to move
  3. που φοβάται για κάτι ή κάποιον
    the email threats were vivid enough that she was afraid for her life
  4. φοβισμένος
    the child huddled under the bedclothes, tearful and afraid
  5. που δηλώνει ότι φοβάται πως δεν μπορεί να κάνει κάτι ή να γίνει κάτι και λυπάται γι' αυτό
    it's a nice idea but I'm afraid it won't work because...
    I'm afraid I can't help you. Perhaps if you ask in the office down the hall...