afraid

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός afraid
συγκριτικός more afraid
υπερθετικός most afraid

Επίθετο[επεξεργασία]

afraid (en)

  1. που φοβάται κάτι ή να κάνει κάτι, φοβισμένος
    I want them to be afraid of me.
    Θέλω να με φοβούνται.
    Don’t be afraid, my love.
    Μην φοβάσαι, αγάπη μου.
  2. που φοβάται για κάτι ή κάποιον
    the email threats were vivid enough that she was afraid for her life
  3. που δηλώνει ότι φοβάται πως δεν μπορεί να κάνει κάτι ή να γίνει κάτι και λυπάται γι' αυτό
    it's a nice idea but I'm afraid it won't work because...
    I'm afraid I can't help you. Perhaps if you ask in the office down the hall...

Πηγές[επεξεργασία]