τρομακτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τρομακτικός τρομακτική τρομακτικό
γενική τρομακτικού τρομακτικής τρομακτικού
αιτιατική τρομακτικό τρομακτική τρομακτικό
κλητική τρομακτικέ τρομακτική τρομακτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τρομακτικοί τρομακτικές τρομακτικά
γενική τρομακτικών τρομακτικών τρομακτικών
αιτιατική τρομακτικούς τρομακτικές τρομακτικά
κλητική τρομακτικοί τρομακτικές τρομακτικά


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τρομακτικός