τρομαχτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τρομαχτικός τρομαχτική τρομαχτικό
γενική τρομαχτικού τρομαχτικής τρομαχτικού
αιτιατική τρομαχτικό τρομαχτική τρομαχτικό
κλητική τρομαχτικέ τρομαχτική τρομαχτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τρομαχτικοί τρομαχτικές τρομαχτικά
γενική τρομαχτικών τρομαχτικών τρομαχτικών
αιτιατική τρομαχτικούς τρομαχτικές τρομαχτικά
κλητική τρομαχτικοί τρομαχτικές τρομαχτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρομαχτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τρομαχτικός, -ή, -ό και τρομακτικός

  1. που προκαλεί τον τρόμο, που σε κάνει να τρομάζεις
    ακούστηκε ένας τρομαχτικός θόρυβος και ύστερα έγινε ο σεισμός
  2. τόσο μεγάλος που προκαλεί το δέος
    τα τελευταία χρόνια η τεχνολογία έκανε τρομαχτική πρόοδο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]