πανικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πανικός πανικοί
γενική πανικού πανικών
αιτιατική πανικό πανικούς
κλητική πανικέ πανικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανικός < αρχαία ελληνική πανικός, ο αναφερόμενος στον θεό Πάνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πανικός αρσενικό

  1. πολύ μεγάλος φόβος που οδηγεί σε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις
    Μέσα μου έτρεμα μα δεν τους έκανα το χατίρι να δείξω πανικό. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. (υπερβολή) η κατάσταση στην οποία κάποιος έχει πολλά πράγματα να κάνει σε πολύ λίγο χρόνο
    μέσα στον πανικό των προετοιμασιών για τον γάμο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]