danger

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

danger (en)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • be in danger: διατρέχω κίνδυνο



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

danger 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
danger dangers

danger (fr) αρσενικό

il a été mis en danger - κινδύνεψε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]