danger
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| danger | dangers |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]danger (en)
- (μη μετρήσιμο) ο κίνδυνος, οποιαδήποτε δυνατότητα έλευσης απώλειας ή ζημίας
That sign is a warning for danger.
- Αυτό το σήμα είναι προειδοποίηση για κίνδυνο.
There’s no danger of war/fire.
- Δεν υπάρχει κίνδυνος πολέμου/φωτιάς.
The ship was in danger due to the rough seas.
- Το πλοίο κινδύνεψε εξαιτίας της μεγάλης θαλασσοταραχής.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο κίνδυνος, η πιθανότητα να συμβεί κάτι κακό ή δυσάρεστο
There’s no danger of him coming.
- Δεν υπάρχει κίνδυνος να έλθει.
I am in danger of being expelled.
- Διατρέχω τον κίνδυνο να αποβληθώ.
I’m in danger of losing my job.
- Κινδυνεύω να χάσω τη δουλειά μου.
- ο κίνδυνος, ένα άτομο ή ένα πράγμα που μπορεί να προκαλέσει ζημιά ή να βλάψει κάποιον
That driver is a danger to society!
- Αυτός ο οδηγός είναι δημόσιος κίνδυνος!
Smoking is a danger to your health.
- Το κάπνισμα είναι κίνδυνος για την υγεία σου.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| danger | dangers |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]danger (fr) αρσενικό
- ο κίνδυνος
il a été mis en danger - κινδύνεψε
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- danger - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé