φτωχομάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φτωχομάνα φτωχομάνες
γενική φτωχομάνας
αιτιατική φτωχομάνα φτωχομάνες
κλητική φτωχομάνα φτωχομάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτωχομάνα < φτωχός και μάνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτωχομάνα θηλυκό

  • η χώρα ή η περιοχή που ο λαός της είναι φτωχός, που γεννά φτωχούς ανθρώπους


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]