μανούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανούλα < μάνα + κατάληξη υποκοριστικού -ούλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανούλα θηλυκό

  1. χαϊδευτικό για τη λέξη μάνα
  2. (λαϊκότρ.) για κάποιον που είναι πολύ καλός σε κάτι -αρνητικό συνήθως
    Σε γέλασε πάλι! Αφού ξέρεις ότι ο Κώστας είναι μανούλα σ' αυτά

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • χωρίς σμικρυντική σημασία όσον αφορά στη μητέρα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε μάνα