μανίτσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μανίτσα
γενική μανίτσας
αιτιατική μανίτσα
κλητική μανίτσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μανίτσα < υποκοριστικό του μάνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μανίτσα θηλυκό

  1. τρυφερή έκφραση για τη μητέρα
    Μανίτσα θέλω κι άλλο γλυκό
  2. προσφώνηση φίλης, συναδέλφου κ.λπ., όχι απαραίτητα όμως τρυφερός
    Σου είπα να μην το κάνεις έτσι μανίτσα μου, τώρα πρέπει να το ξαναφτιάξεις απ' την αρχή
  3. γλυκόλογο στην σύζυγο, ερωμένη ή, υποτίθεται και ως κοπλιμέντο, σε άγνωστη γυναίκα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]