νερομάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νερομάνα νερομάνες
γενική νερομάνας
αιτιατική νερομάνα νερομάνες
κλητική νερομάνα νερομάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νερομάνα < νερο- + μάνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νερομάνα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]