matczyny

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

matczyny (pl) < matka

Επίθετο[επεξεργασία]

matczyny (pl)

  1. ο αναφερόμενος στη μητέρα, μητρικός