trip

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

trip (en)

  1. σύντομο ταξίδι
  2. παραπάτημα
  3. "ταξίδι", εμπειρία κάτω από την επίδραση ψυχοδραστικών ουσιών

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

trip (en)

  1. (αμετάβατο) παραπατάω· [σκοντάφτω]] και πέφτω
  2. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να σκοντάψει και να πέσει
  3. ενεργοποιώ, ανάβω, θέτω σε κίνηση (για διακόπτες, εκρηκτικά, παγίδες)
  4. ταξιδεύω, κάνω ένα ταξίδι
  5. έχω παραισθήσεις κάτω από την επίδραση ψυχοδραστικών ουσιών