σκοντάφτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοντάφτω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

σκοντάφτω

  1. χτυπώ το πόδι μου πάνω σε ένα χαμηλό εμπόδιο, καθώς προχωρώ, και χάνω προς στιγμήν την ισορροπία μου ή πέφτω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]