Μετάβαση στο περιεχόμενο

τάξις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ταξῐ-, ταξε-
ονομαστική τάξῐς αἱ τάξεις
      γενική τῆς τάξεως τῶν τάξεων
      δοτική τῇ τάξει ταῖς τάξεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν τάξῐν τὰς τάξεις
     κλητική ! τάξῐ τάξεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τάξει
γεν-δοτ τοῖν  ταξέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τάξις < (τάσσω) ταγ- + -σις > -ξις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τάξις θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος)
    1. παράταξη και διάταξη στρατεύματος σε συγκεκριμένη θέση και σειρά
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 5, 68
    τάξις μὲν ἥδε καὶ παρασκευὴ ἀμφοτέρων ἦν
    1. κατάταξη και οργάνωση στρατιωτικών δυνάμεων, πεζικού ή ναυτικού, σε υποδιαιρέσεις (τάγμα, λόχος, μοίρα...)
    2. κάθε κατάλληλος σχηματισμός στρατιωτικών δυνάμεων για μάχη, παράταξη
    3. θέση στη γραμμή της μάχης
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, 5, 3.43
    οὗ ἕνεκα ἥ τε σιωπὴ ἀσκητέα καὶ ἡ τάξις φυλακτέα
    2. (στην αρχαία Αθήνα) η στρατιωτική δύναμη που αναλογούσε σε κάθε φυλή σε καιρό πολέμου
  2. (γενικά) διάταξη, οργάνωση βάσει κανόνων, τάξη
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Νόμοι, 7, 809d
    ἡμερῶν τάξεως εἰς μηνῶν περιόδους καὶ μηνῶν εἰς ἕκαστον τὸν ἐνιαυτόν
    1. πολιτειακή οργάνωση, πολιτική τάξη, πολιτικό σύνταγμα
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, 2
    ἔχει δ’ ἀνάλογον ἡ Κρητικὴ τάξις πρὸς τὴν Λακωνικήν
  3. (μεταφορικά) θέση, αξίωμα, ρόλος, κατάσταση
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Εὐμενίδες, στίχ. 396
    τάξιν ἔχουσα καὶ δυσήλιον κνέφας
  4. (γενικά) σύνολο ή ομάδα ανθρώπων, κατηγορία, τάξη
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, 2, 1.7
    ἐπειδὴ καὶ τούτων ἑκατέρου τοῦ φύλου τὴν τάξιν οἶσθα

Παράγωγα

[επεξεργασία]

παράγωγα και σύνθετα:

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  και δείτε τη λέξη τάσσω

Εκφράσεις

[επεξεργασία]