τάξις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τάξις τάξει τάξεις
Γενική τάξεως ταξέοιν τάξεων
Δοτική τάξει ταξέοιν τάξεσι(ν)
Αιτιατική τάξιν τάξει τάξεις
Κλητική τάξι τάξει τάξεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τάξις < (τάσσω) ταγ- + -σις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τάξις θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  2. τάξη (μέρος συνόλου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • ...
  • και δείτε τη λέξη τάσσω

Πηγές[επεξεργασία]