θεμιτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θεμιτός θεμιτή θεμιτό
γενική θεμιτού θεμιτής θεμιτού
αιτιατική θεμιτό θεμιτή θεμιτό
κλητική θεμιτέ θεμιτή θεμιτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θεμιτοί θεμιτές θεμιτά
γενική θεμιτών θεμιτών θεμιτών
αιτιατική θεμιτούς θεμιτές θεμιτά
κλητική θεμιτοί θεμιτές θεμιτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεμιτός < αρχαία ελληνική θεμιτός < θέμις < τίθημι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /θɛ.mi.ˈtɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /θɛ.mi.ˈti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /θɛ.mi.ˈtɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θεμιτός -ή -ό

  1. σύμφωνος προς τις αρχές του δικαίου ή τα έθιμα
  2. που επιτρέπεται από το νόμο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική θεμιτός θεμιτή θεμιτόν θεμιτοί θεμιταί θεμιτά
Γενική θεμιτοῦ θεμιτῆς θεμιτοῦ θεμιτῶν θεμιτῶν θεμιτῶν
Δοτική θεμιτῷ θεμιτῇ θεμιτῷ θεμιτοῖς θεμιταῖς θεμιτοῖς
Αιτιατική θεμιτόν θεμιτήν θεμιτόν θεμιτούς θεμιτάς θεμιτά
Κλητική θεμιτέ θεμιτή θεμιτόν θεμιτοί θεμιταί θεμιτά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική θεμιτώ θεμιτά
Γενική-Δοτική θεμιτοῖν θεμιταῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θεμιτός < θέμις < τίθημι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θεμιτός -ή -ό

  1. σύμφωνος με τους ανθρώπινους ή θείους νόμους
  2. δίκαιος
  3. όσιος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]