visit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

visit (en)

  1. επίσκεψη
    I haven't seen my uncle for months, so I decided to pay him a visit

Ρήμα[επεξεργασία]

visit (en)

  1. επισκέπτομαι
    Visit Greece! - Επισκεφθείτε την Ελλάδα