Μετάβαση στο περιεχόμενο

κύρωση

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κίρρωση, κυρώσει, κήρυξη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κύρωση οι κυρώσεις
      γενική της κύρωσης* των κυρώσεων
    αιτιατική την κύρωση τις κυρώσεις
     κλητική κύρωση κυρώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, κυρώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κύρωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύρωσις < κυρόω / κυρῶ < κῦρος
σημασία: «τιμωρία, ποινή» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sanction[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈci.ɾo.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κύρωση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κύρωση θηλυκό

  1. η ενέργεια του κυρώνω, η επικύρωση
  2. τιμωρία ή μέτρα εναντίον κάποιου λόγω της παράβασης ενός κανονισμού, των όρων μιας συμφωνίας, μιας διεθνούς συνθήκης κ.λπ.
    παράδειγμα  η παράβαση των κανονισμών επισύρει διοικητικές κυρώσεις
      Οι κυρώσεις ήταν βαριές, ακόμα και ισόβια κάθειρξη! ( Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις κυρώνω και κύρος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • κύρωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)