κύρωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κίρρωση, κυρώσει

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κύρωση κυρώσεις
γενική κύρωσης
& κυρώσεως
κυρώσεων
αιτιατική κύρωση κυρώσεις
κλητική κύρωση κυρώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κύρωση < αρχαία ελληνική κύρωσις < κυρόω / κυρῶ < κῦρος (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική sanction)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κύρωση θηλυκό

  1. η επικύρωση
  2. τιμωρία ή μέτρα εναντίον κάποιου λόγω της παράβασης ενός κανονισμού, των όρων μιας συμφωνίας, μιας διεθνούς συνθήκης κ.λπ.
    η παράβαση των κανονισμών επισύρει διοικητικές κυρώσεις
    Οι κυρώσεις ήταν βαριές, ακόμα και ισόβια κάθειρξη! (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]