παράβαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράβαση παραβάσεις
γενική παράβασης
& παραβάσεως
παραβάσεων
αιτιατική παράβαση παραβάσεις
κλητική παράβαση παραβάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράβαση < ελληνιστική κοινή παράβασις (ίδια σημασία) < αρχαία ελληνική παράβασις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράβαση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία παραβαίνω ένα νόμο ή κανονισμό ή όρο συμφωνίας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παραβίαση
    τροχαία παράβαση, αγορανομικές παραβάσεις
  2. (θέατρο) τμήμα της αρχαίας κωμωδίας στο οποίο ο χορός απευθύνεται άμεσα στο κοινό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]