κωμωδία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κωμωδία κωμωδίες
γενική κωμωδίας κωμωδιών
αιτιατική κωμωδία κωμωδίες
κλητική κωμωδία κωμωδίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κωμωδία < αρχαία ελληνική κωμῳδία < κῶμος + ᾠδή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κωμωδία θηλυκό

  1. Κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο που προκαλεί γέλιο. Στο θέατρο δεν πρέπει να το μπερδεύουμε με την επιθεώρηση, που επίσης είναι έργο γέλιου. Στην κωμωδία έχουμε ένα θέμα, ενώ στην επιθεώρηση τα θέματα είναι πολλά

32πχ Μεταφράσεις[]