Μετάβαση στο περιεχόμενο

κῶμος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κῶμα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κῶμος οἱ κῶμοι
      γενική τοῦ κώμου τῶν κώμων
      δοτική τῷ κώμ τοῖς κώμοις
    αιτιατική τὸν κῶμον τοὺς κώμους
     κλητική ! κῶμε κῶμοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κώμω
γεν-δοτ τοῖν  κώμοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κῶμος < αβέβαιο
  1. Κατά τον Dunkel, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱómso- < *ḱems-
  2. Κατά τον Janda, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kóh₂-mo- < *keh₂-
  3. Κατά τον Beekes, προελληνική , αν και δεν αππορίπτει την (1)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κῶμος αρσενικό

Παράγωγα

[επεξεργασία]