κῶμος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | κῶμος | οἱ | κῶμοι |
| γενική | τοῦ | κώμου | τῶν | κώμων |
| δοτική | τῷ | κώμῳ | τοῖς | κώμοις |
| αιτιατική | τὸν | κῶμον | τοὺς | κώμους |
| κλητική ὦ! | κῶμε | κῶμοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κώμω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κώμοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κῶμος < αβέβαιο
- Κατά τον Dunkel, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱómso- < *ḱems-
- Κατά τον Janda, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kóh₂-mo- < *keh₂-
- Κατά τον Beekes, προελληνική , αν και δεν αππορίπτει την (1)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κῶμος αρσενικό
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- κῶμος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)