επιθεώρηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιθεώρηση επιθεωρήσεις
γενική επιθεώρησης
& επιθεωρήσεως
επιθεωρήσεων
αιτιατική επιθεώρηση επιθεωρήσεις
κλητική επιθεώρηση επιθεωρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιθεώρηση < ελληνιστική κοινή ἐπιθεώρησις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inspection / revue

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιθεώρηση θηλυκό

  1. η ενέργεια του επιθεωρώ
  2. ο τακτικός ή έκτακτος επιστάμενος έλεγχος ενός έργου, μιας εγκατάστασης κλπ
    το εργοτάξιο της γέφυρας περνάει από συχνή επιθεώρηση, ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή κατασκευή της
  3. ο τακτικός ή έκτακτος έλεγχος στρατιωτικής μονάδας από ανώτατο αξιωματικό
  4. ειδική δημόσια υπηρεσία ελέγχου και συντονισμού φορέων που υπάγονται σε αυτή
    επιθεώρηση εργασίας
  5. περιοδικό (έντυπη περιοδική έκδοση) με συγκεκριμένη θεματολογία, όπως επιστήμες, πολιτική, λογοτεχνία κ.α.
  6. θεατρικό έργο που σατιρίζει την επικαιρότητα και αποτελείται από σύντομα αυτοτελή διαλογικά μέρη και παρένθετα μουσικοχορευτικά κομμάτια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]