ακύρωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακύρωση ακυρώσεις
γενική ακύρωσης
& ακυρώσεως
ακυρώσεων
αιτιατική ακύρωση ακυρώσεις
κλητική ακύρωση ακυρώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακύρωση < αρχαία ελληνική ἀκύρωσις < ἀκυρῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈci.ɾɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακύρωση θηλυκό

  1. η ματαίωση μιας προγραμματισμένης ενέργειας
    η ακύρωση μιας πτήσης
  2. η ενέργεια που καθιστά άκυρο ένα έγγραφο, έτσι ώστε να μην έχει πια ισχύ
    η ακύρωση της πιστωτικής κάρτας είναι απαραίτητη μετά από απώλειά της
  3. η θεώρηση ενός εισιτηρίου ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δεύτερη φορά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]