wait

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

wait (en)

  1. η αναμονή
    after a short wait I reached the front of the line


Open book 01.svg Ρήμα[]

wait (en)

  1. περιμένω κάποιο χρονικό διάστημα
    he waited a half an hour at the office but his client never showed up
  2. περιμένω κάποιον ή κάτι
    I'm not waiting for you any longer, my patience just ran out
  3. περιμένω κάτι να γίνει
    the teacher waited for the class to settle down

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []