wait
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| wait | waits |
wait (en)
- η αναμονή, η πράξη του περιμένω
We had a ten minutes’ wait at the station.
- Είχαμε δέκα λεπτών αναμονή στο σταθμό.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | wait |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | waits |
| αόριστος | waited |
| παθητική μετοχή | waited |
| ενεργητική μετοχή | waiting |
wait (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) περιμένω, μένω στο ίδιο σημείο μέχρι να έρθει κάποιος ή κάτι ή κάτι συμβαίνει
We are waiting for the bus at the stop.
- Περιμένουμε το λεωφορείο στη στάση.
I will wait for you to remember it.
- Θα περιμένω να το θυμηθείς.
Who/What are you waiting for?
- Ποιον/Τι περιμένεις;
I am waiting for Paul.
- Περιμένω τον Παύλο.
I waited to see what would happen.
- Περίμενα να δω τι θα συμβεί.
I don’t like to be kept waiting.
- Δε μου αρέσει να με κάνουν να περιμένω.
They had me waiting in the rain.
- Με είχαν και περίμενα στη βροχή.
Let him wait!
- Να περιμένει!
Will we wait for you have the free time?
- Θα περιμένουμε τώρα πότε να ευκαιρήσεις;
- (μεταβατικό και αμετάβατο) περιμένω, ελπίζω ή προσέχω να συμβεί κάτι, ειδικά για πολύ καιρό
That’s just what I’ve been waiting for!
- Αυτό ακριβώς περίμενα!
- (αμετάβατο) περιμένω, για πράγματα που είναι έτοιμα να τα έχει ή να τα χρησιμοποιήσει κάποιος
The food is waiting for us!
- Το φαγητό μας περιμένει!
- (αμετάβατο) περιμένω, κάτι μένει να αντιμετωπιστεί αργότερα γιατί δεν χρειάζεται άμεση δράση
This work can wait.
- Αυτή η δουλειά μπορεί να περιμένει.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- wait (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- wait (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 52, 686. ISBN 9780194325684., λήμμα: αναμονή, περιμένω