αδημονώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀδημονῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδημονώ < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἀδημονῶ, (ἀδημονέω) < ἀδήμων

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ði.mɔˈnɔ/
συλλαβισμός: α‐δη‐μο‐νώ

Ρήμα[επεξεργασία]

αδημονώ, πρτ.: αδημονούσα, ελλειπτικό ρήμα

αδημονώ για την έλευση της άνοιξης!

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]