fret

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

fret < (μέση ολλανδική) vrecht που έγινε vracht (φορτίο ή ναύλα)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fʁɛt/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fret frets

fret (fr) θηλυκό

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]