ναύλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναύλος ναύλοι
γενική ναύλου ναύλων
αιτιατική ναύλο ναύλους
κλητική ναύλε ναύλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ναύλος < αρχαία ελληνική ναῦλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ναύλος αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος): το αντίτιμο της ναύλωσης πλοίου
  2. το αντίτιμο ναύλωσης αεροπλάνου ή άλλου πτητικού μέσου
    αν η ναύλωση αφορά κρατικό μέσο τότε το αντίτιμο - ναύλος μπορεί να είναι σε είδος, υπηρεσία, ή άλλο αντισταθμιστικό όφελος
  • το χρηματικό ποσό που χρεώνει και εισπράττει ο μεταφορέας για να εκτελέσει μια μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]