μεταφορέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεταφορέας μεταφορείς
γενική μεταφορέα
& μεταφορέως
μεταφορέων
αιτιατική μεταφορέα μεταφορείς
κλητική μεταφορέα μεταφορείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταφορέας < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεταφορέας αρσενικό

  1. άνθρωπος, οργανισμός, υλικό ή πρόγραμμα που μεταφέρει οτιδήποτε
  2. πιο λεπτά ειπωμενα ο αχθοφόρος, ο κουβαλητής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]