πρόναυλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόναυλος πρόναυλοι
γενική προναύλου προναύλων
αιτιατική πρόναυλο προναύλους
κλητική πρόναυλε πρόναυλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόναυλος < προ + ναύλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόναυλος αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος): ο ναύλος, ή μέρος αυτού, που προκαταβάλλεται.
  2. προκαταβολή ναύλου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]