ανησυχώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανησυχώ < ανήσυχος: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική inquiéter

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ni.si.ˈxɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

ανησυχώ

  1. (αμετάβατο) βρίσκομαι σε ανησυχία, διακατέχομαι από κάποια αγωνία ή φόβο
    μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά
  2. (μεταβατικό) προκαλώ ανησυχία, αγωνία σε κάποιον
    έλαβα ένα μήνυμα που με ανησύχησε
  3. (μεταβατικό) χαλάω την ησυχία κάποιου
     συνώνυμα: ενοχλώ, θορυβώ

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]