Μετάβαση στο περιεχόμενο

ήσυχος

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.


Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ήσυχος η ήσυχη το ήσυχο
      γενική του ήσυχου της ήσυχης του ήσυχου
    αιτιατική τον ήσυχο την ήσυχη το ήσυχο
     κλητική ήσυχε ήσυχη ήσυχο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ήσυχοι οι ήσυχες τα ήσυχα
      γενική των ήσυχων των ήσυχων των ήσυχων
    αιτιατική τους ήσυχους τις ήσυχες τα ήσυχα
     κλητική ήσυχοι ήσυχες ήσυχα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ήσυχος < αρχαία ελληνική ἥσυχος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ήσυχος, -η-, -ο

  1. αυτός που δεν κάνει φασαρία ή θόρυβο
    μένουμε σε ήσυχο δρόμο
  2. ήρεμος, γαλήνιος
    η θάλασσα είναι ήσυχη σήμερα
    η κόρη μου είναι πολύ ήσυχο παιδί
  3. αυτός που έχει αίσθημα ασφάλειας
    αν ξέρω ότι θα πάς με τον αδελφό σου στο πάρτι θα είμαι ήσυχος

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]