ήσυχος
Εμφάνιση
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ήσυχος | η | ήσυχη | το | ήσυχο |
| γενική | του | ήσυχου | της | ήσυχης | του | ήσυχου |
| αιτιατική | τον | ήσυχο | την | ήσυχη | το | ήσυχο |
| κλητική | ήσυχε | ήσυχη | ήσυχο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ήσυχοι | οι | ήσυχες | τα | ήσυχα |
| γενική | των | ήσυχων | των | ήσυχων | των | ήσυχων |
| αιτιατική | τους | ήσυχους | τις | ήσυχες | τα | ήσυχα |
| κλητική | ήσυχοι | ήσυχες | ήσυχα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ήσυχος < αρχαία ελληνική ἥσυχος
Επίθετο
[επεξεργασία]ήσυχος, -η-, -ο
- αυτός που δεν κάνει φασαρία ή θόρυβο
- μένουμε σε ήσυχο δρόμο
- ήρεμος, γαλήνιος
- η θάλασσα είναι ήσυχη σήμερα
- η κόρη μου είναι πολύ ήσυχο παιδί
- αυτός που έχει αίσθημα ασφάλειας
- αν ξέρω ότι θα πάς με τον αδελφό σου στο πάρτι θα είμαι ήσυχος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ήσυχος - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- ήσυχος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ήσυχος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)