Μετάβαση στο περιεχόμενο

anxiety

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
anxiety anxieties

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

anxiety (en)

  1. (μη μετρήσιμο) η αγωνία, ο άγχος, η ανησυχία, η κατάσταση του να νιώθεις νευρικότητα ή φόβο ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί
    παράδειγμα  The dissolution of her marriage caused us all a great deal of anxiety.
    Η διάλυση του γάμου της ήταν αιτία μεγάλης αγωνίας για όλους μας.
    παράδειγμα  Tonight I have a concert and I’m having anxiety.
    Απόψε έχω συναυλία και έχω άγχος.
    παράδειγμα  I cause someone anxiety.
    Προκαλώ ανησυχία σε κάποιον.
  2. (μετρήσιμο) η έγνοια, η φροντίδα
    παράδειγμα  money/family anxieties - χρηματικές/οικογενειακές έγνοιες
    παράδειγμα  He was weighed down with anxieties.
    Τον λύγισαν οι φροντίδες.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη worry
  3. (μη μετρήσιμο) η ανυπομονησία, ένα έντονο αίσθημα λαχτάρας να γίνει κάτι ή λαχτάρας να συμβεί κάτι
    παράδειγμα  I have a lot of anxiety to learn the results.
    Έχω μεγάλη ανυπομονησία να μάθω τα αποτελέσματα.

Συγγενικά

[επεξεργασία]